
Νικόλαος Καλτσάς
Ο Νικόλαος Καλτσάς γεννήθηκε στο Παρανέστι Δράμας, μεγάλωσε στην Διαλαμπή Ροδόπης στη Θράκη και αποφοίτησε από το Λύκειο Αρρένων Κομοτηνής.
Σπούδασε Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από το οποίο και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα.
Υπηρέτησε στην ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης, στην Ζ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων Ολυμπίας, στη συνέχεια ως επιμελητής και Τμηματάρχης στο Τμήμα Μουσείων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και ως Έφορος Γλυπτών στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείου. Από το 2001 έως το 2012 ήταν Διευθυντής του μεγαλύτερου μουσείου της χώρας, όπου ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση των μόνιμων εκθέσεων, την διοργάνωση μεγάλων αρχαιολογικών περιοδικών εκθέσεων και συνέταξε επιστημονικούς καταλόγους των γλυπτών.
Από τον Οκτώβριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2023 διετέλεσε επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης.
Για την επιμόρφωσή του, παρακολούθησε μαθήματα, που οργανώθηκαν από το Μορφωτικό Τμήμα της Γαλλικής Πρεσβείας με σκοπό την εξειδικευμένη κατάρτιση των Ελλήνων Δημοσίων Υπαλλήλων σε θέματα ευρωπαϊκών θεσμών, πρόγραμμα επιμόρφωσης στον τομέα του Δημοσίου Μάνατζμεντ και επιμορφωτικό σεμινάριο επιλεγμένων διευθυντών του Δημόσιου Τομέα σε θέματα διοίκησης, στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης.
Πραγματοποίησε μεταδιδακτορικές σπουδές στο Παρίσι στο Centre National de la Recherche Scientifique- CNRS).
Κατά την διάρκεια της θητείας του στην Θεσσαλονίκη, πραγματοποίησε επί 3 χρόνια ανασκαφές σε οικόπεδα της πόλης, στο Κιλκίς και στο νεκροταφείο της Αρχαίας Ακάνθου, ανασκαφή την οποία δημοσίευσε σε μονογραφία το 1998.
Στην Ολυμπία, επί δύο χρόνια, ανάσκαψε την αρχαϊκή έπαυλη στη Βόρεια Μεσσηνία και τύμβο στο ελληνιστικό νεκροταφείο της Πύλου, ανασκαφές τις οποίες δημοσίευσε αντίστοιχα στην Αρχαιολογική Εφημερίδα και στο Αρχαιολογικό Δελτίο.
Από το 2006 έως το 2019, για 14 χρόνια, πραγματοποίησε συστηματική ανασκαφή στο ιερό της Αθηνάς και του Ποσειδώνα στην Αιτωλία, σε συνεργασία με την καθηγήτρια Αλίκη Μουστάκα.
Συμμετείχε ως μέλος σε πολλά Επιστημονικά Συμβούλια του Υπουργείου Πολιτισμού (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, ΚΑΣ, Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, Κεντρικό Συμβούλιο Μουσείων, Τεχνικό Συμβούλιο Μνημείων).
Διετέλεσε επί δύο θητείες Πρόεδρος του Β΄ Υπηρεσιακού Συμβουλίου και του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Πολιτισμού.
Ήταν μέλος σε πολλές επιστημονικές επιτροπές (Επιτροπή Συντήρησης του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος, της Επιτροπής Αξιολόγησης και Διεκδίκησης Αρχαιοτήτων, Επιτροπή Τέχνης και Πολιτισμού της Βουλής των Ελλήνων, Επιτροπή για την ανάδειξη του Αρχαιολογικού χώρου της Πέλλας, Επιτροπή για την σύνταξη του Μυθολογικού Λεξικού LIMC και ThesCRA, μέλος της Εθνικής Επιτροπής της UNESCO, καθώς και σε περισσότερες από σαράντα επιτροπές εκτίμησης αρχαίων τόσο από κατασχέσεις, όσο και ιδιαίτερης αξίας και σημασίας αρχαίων που επρόκειτο να μετακινηθούν για εκθέσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
Συμμετείχε, ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Πολιτισμού, στην Ελλανόδικο Επιτροπή της Commission για το πρόγραμμα Kaleidoscope, σε διεθνές συμπόσιο/στρογγυλή τράπεζα για την αντιμετώπιση της παράνομης κυκλοφορίας έργων της Πολιτιστικής Κληρονομιάς που διοργανώθηκε από την Interpol δύο χρονιές, στην Λισσαβόνα της Πορτογαλίας και στη Λυών της Γαλλίας αντίστοιχα.
Συμμετείχε σε επιστημονικά συνέδρια και συνέγραψε μονογραφίες και πολλά άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά.
