Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018
 
Kεντρική σελίδα
H εταιρεία
Σκοπός
Ίδρυση
Ιστορία
Διάρθρωση
Πρόσωπα της Εταιρείας
Χορηγοί
The Archaeological Society Foundation
Επιστημ. Υπηρεσίες
Βιβλιοθήκη
Ηλεκτρονικός Κατάλογος
Ωράριο λειτουργίας
Ανασκαφές
Πρόσφατες Ανασκαφές
Ιστορία των Ανασκαφών
Αναστηλώσεις
Μουσεία
Δημοσιεύσεις
Επικαιρότητα
ΕΣΠΑ
Διακηρύξεις
Διαβουλεύσεις
Διασυνδέσεις
Επικοινωνία



Ο ΜΕΝΤΩΡ
3μηνιαία έκδοση
 

Copyright © 2003
Η Εν Αθήναις
Αρχαιολογική Εταιρεία
All rights reserved

σχεδίαση & ανάπτυξη από:
Ανασκαφές > Ιστορία των Ανασκαφών > Πελοπόννησος > Κορινθία


    Σικυών

    Θέση

    Η αρχαία Σικυώνα βρίσκεται στην δυτική Κορινθία, 3 χλμ νοτιοδυτικά του Κιάτου, παρά το χωριό του Βασιλικού. Στην αρχαιότητα συνόρευε με την Κόρινθο προς ανατολάς, την Αχαϊκή Πελλήνη προς δυσμάς, τον Αρκαδικό Φλιούντα και τη Στύμφαλο προς νότον. Ο αστικός χώρος καταλάμβανε υψίπεδο εμβαδού περίπου 2300 στρεμμάτων, το οποίο ορθώνεται 3.5 χλμ νοτιοδυτικά του Κορινθιακού κόλπου.

    Ιστορία

    Η πρώτη μνεία της Σικυώνος σε γραπτές πηγές γίνεται στον Ομηρικό κατάλογο των πλοίων που ακολούθησαν τον Αγαμέμνονα στην Τροία. Είναι πιθανόν να αναφέρεται και σε πινακίδες Γραμμικής Β’ από την Πύλο και τη Θήβα ως Αιγιαλεία, που κατά τον Παυσανία ήταν η παλαιότερη ονομασία της. Μυκηναϊκά κατάλοιπα, κυρίως ταφές και κεραμεική, έχουν κατά καιρούς εντοπισθεί στο πλάτωμα και την παράκτια πεδιάδα που απλώνεται στα βορειοανατολικά του. Στην πεδιάδα, παρά το σημερινό Κιάτο, ιδρύθηκε και η πόλη κατά τον 8ο αι. π.Χ. Η Σικυώνα ήκμασε στην αρχαϊκή περίοδο υπό την τυραννία των Ορθαγοριδών με λαμπρότερο εκπρόσωπό της τον Κλεισθένη. Εξακολούθησε να διατελεί μέλος της Πελοποννησιακής συμμαχίας στα κλασικά χρόνια, εαν και σαφώς υπό την σκιά του ισχυρού ανατολικού της γείτονος, δηλαδή της Κορίνθου. Σταθμός στην ιστορία της Σικυώνος είναι το 303 π.Χ., όταν ο Μακεδόνας Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε και κατέστρεψε την παράκτια πόλη, για να την επανιδρύσει στη θέση της ακρόπολης, το πλάτωμα δηλαδή του σημερινού Βασιλικού. Η ηγετική φυσιογνωμία της Σικυώνος στα ελληνιστικά χρόνια είναι αναμφισβήτητα ο Άρατος. Υπό την στρατηγία του, η Σικυώνα ηγήθηκε της Αχαϊκής Συμπολιτείας η οποία θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ελλάδα κατά τους επόμενους αιώνες. Μετά την ίδρυση των ρωμαϊκών αποικιών της Κορίνθου και των Πατρών, ο ρόλος της Σικυώνος θα περιορισθεί δραστικά. Επίσκοπος Σικυώνος εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 4ου αι. μ.Χ., ενώ καθόλη την πρώιμη και μέση βυζαντινή περίοδο η Σικυώνα υπάγεται στη μητρόπολη της Κορίνθου. Κατά τους δύο αιώνες της Φραγκοκρατίας (12ος – 13ος) η Σικυώνα που πλέον απαντάται ως Βασιλικό ή Βασιλικά αποτελεί μέρος της castellania της Κορίνθου. Στα 1446 ο Μουράτ Β’ πολιόρκησε και κατέλαβε το Βασιλικό. Στο εξής και μέχρι το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας το κεφαλοχώρι του Βασιλικού ανήκε διοικητικά στον καζά της Κορίνθου.

    Ιστορία των ανασκαφών

    Οι πρώτες ανασκαφές στο πλάτωμα της Σικυώνος έγιναν στο χώρο του θεάτρου από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, μεταξύ του 1886 και 1898, οπότε και αποκαλύψθηκε ολόκληρο το σκηνικό οικοδόμημα. Η Αρχαιολογική Εταιρεία διεξήγαγε συστηματικές ανασκαφές στη Σικυώνα μεταξύ των ετών 1920 και 1926 υπό την διεύθυνση του Αλέξανδρου Φιλαδελφέως, από το 1933 έως το 1941 και από το 1951 έως το 1954 υπό τον Αναστάσιο Ορλάνδο, και από το 1982 έως το 1988 υπό την Καλλιόπη Κρυστάλλη-Βότση. Οι ανασκαφικές δραστηριότητες της Εταιρείας επικεντρώθηκαν στο χώρο της αρχαίας αγοράς και έφεραν στο φώς ένα ναό, παλαίστρα, βουλευτήριο, μακρά στοά, και τμήμα του κοίλου του θεάτρου. Επίσης τα έτη 1933, 1954 και 1962 ανασκάφηκε η παλαιοχριστιανική βασιλική στην Παναγίτσα του Κιάτου. Τα ευρήματα των ανασκαφών στεγάζονται στο τοπικό μουσείο το οποίο ίδρυσε ο Ορλάνδος στα 1935 μετατρέποντας τμήμα των Ρωμαϊκών λουτρών.

    Μνημεία

    Όλα τα ορατά αρχιτεκτονικά μνημεία της αρχαίας Σικυώνος, εκτός του θεάτρου και του άσκαπτου ακόμα σταδίου, εντάσσονταν στον «ιπποδάμειο» ιστό της ελληνιστικής πόλης, ο οποίος ήταν προσανατολισμένος στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

    Το θέατρο είναι κατασκευασμένο στους πρόποδες της ακρόπολης των ελληνιστικών χρόνων, δυτικά της αρχαίας αγοράς. Θεωρείται από τα πιο εντυπωσιακά θέατρα αυτού του μεγέθους, με διάμετρο ορχήστρας 24 μ. και κοίλου 125 μ. Ως κατασκευή συνδυάζει τη χρήση δύο τεχνικών: α) της δόμησης με εγχώριο πωρόλιθο και β) της λάξευσης τμημάτων του θεάτρου στο φυσικό βράχο της πλαγιάς. Στο κοίλο δεκαέξι κλιμακωτοί διάδρομοι ορίζουν δεκαπέντε κερκίδες, ενώ δύο οριζόντιες δίοδοι το χωρίζουν σε τρία διαζώματα. Στην πρώτη σειρά των εδωλίων υπάρχουν οι τιμητικές θέσεις (προεδρίες) των ιερέων και άλλων επίσημων προσώπων της πόλης. Χαρακτηριστικά στοιχεία του θεάτρου αυτού είναι οι δύο θολωτές δίοδοι στα άκρα του πρώτου διαζώματος, μήκους 16 μ., πλάτους και ύψους περίπου 2.60 μ., οι οποίες αποτελούσαν και τις κύριες εισόδους των θεατών. Η ορχήστρα, με σχήμα λίγο μεγαλύτερο από το ήμισυ της περιφέρειας ενός τέλειου κύκλου, είναι από πατημένο χώμα. Αποχετευτική τάφρος που καλύπτεται με λίθινες πλάκες διασχίζει κάθετα περί το μέσο την ορχήστρα και απολήγει σε μικρή κλίμακα πίσω από τα σκηνικά. Το σκηνικό οικοδόμημα αποτελείται από το προσκήνιο και την κυρίως σκηνή η οποία ήταν διακοσμημένη με γλυπτά και έφερε πλούσια αρχιτεκτονικά στοιχεία. Δύο συμμετρικές ράμπες, λαξευμένες στο πέτρωμα, οδηγούσαν στο λογείο. Στις παρόδους δεξιά και αριστερά υπήρχαν πύλες κατά το πρότυπο του θεάτρου της Επιδαύρου. Με βάση τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, ο σχεδιασμός και η κατασκευή του θεάτρου, που περιελάμβανε τη σκηνή με τις δύο ράμπες και την οπίσθια στοά, τις παρόδους, τα αναλήμματα του κοίλου, και την ορχήστρα με τις προεδρείες, χρονολογείται στα τέλη του 4ου/πρώιμο 3ο αι. π.Χ. Στη ρωμαϊκή περίοδο το σκηνικό οικοδόμημα επεκτείνεται εις βάρος της ορχήστρας με την κατασκευή νέου, χαμηλού λογείου (pulpitum) που αντικαθιστά το προσκήνιο. Εκτός των θεατρικών παραστάσεων ο χώρος του θεάτρου χρησίμευε και για άλλες συγκεντρώσεις των Σικυωνίων πολιτών, κυρίως πολιτικού χαρακτήρα.

    Το στάδιο, στα βορειοδυτικά του θεάτρου, διατηρείται σε ολόκληρο το μήκος του, με την απόληξη του στίβου να στηρίζεται τεχνητά από στιβαρό αναλημματικό τοίχο. Εαν και παραμένει άσκαπτο, διακρίνονται καθαρά και τα κτιστά αναλήμματα της σφενδόνης.

    Η αρχαία αγορά που εκτείνεται ακριβώς ανατολικά του θεάτρου αποτέλεσε το επίκεντρο των ανασκαφικών ερευνών της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Η μεγάλη στοά, το βουλευτήριο, η παλαίστρα και μια δεύτερη στοά βορείως της παλαίστρας, όριζαν την νοτιοδυτική πλευρά της αγοράς εντός της οποίας βρίσκεται και ο ναός. Ο ναός είναι περίπτερος, με διαστάσεις 38.07 Χ 11.55 μ. και ανατολικό προσανατολισμό. Είναι κατασκευασμένος εξ ολοκλήρου από εγχώριο μαλακό λίθο, και η πρώτη οικοδομική του φάση ανάγεται στην αρχαϊκή εποχή (6ος αι. π.Χ.) όπως μαρτυρούν αρχιτεκτονικά μέλη του που βρέθηκαν στις ανασκαφές αλλά και το στενόμακρο σχήμα του. Ο ναός ιδρύθηκε στην τότε ακρόπολη της Σικυώνος, και είναι το μοναδικό αρχαϊκό κτίσμα της που είναι ορατό σήμερα. Στα ελληνιστικά χρόνια ανακατασκευάσθηκε και εντάχθηκε στο χώρο της αγοράς της νέας πόλεως πάνω στα ίδια θεμέλια, όπως τεκμαίρεται από αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες στους λίθους της θεμελίωσης και τεμάχια από πήλινες σίμες των χρόνων αυτών. Χωρίζεται σε πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Τμήματα δαπέδου με ψηφίδες των χριστιανικών χρόνων που αποκαλύφθηκαν σε ψηλότερο επίπεδο καθώς επίσης και σταυροί που έχουν λαξευτεί στο πέτρωμα μαρτυρούν τη μετατροπή του ναού σε χριστιανική εκκλησία μετά την καταστροφή του, πιθανόν από σεισμό, στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. Η ταύτιση του ναού δεν είναι επιβεβαιωμένη. Με βάση τις αρχαίες πηγές που αναφέρονται στην αγορά της αρχαίας Σικυώνας πιθανότερη φαίνεται η αφιέρωσή του στον Απόλλωνα.

    Η ταυτότητα του τετράγωνου κτίσματος παρά την βορειοανατολική γωνία του ναού, διαστάσεων 8.53 Χ 8.62 μ., παραμένει άγνωστη. Η ανασκαφέας του Κ. Κρυστάλλη-Βότση πιθανολογεί την χρήση του κτίσματος ως βωμού του παρακείμενου ναού.

    Η παλαίστρα, κατασκευασμένη λόγω της φύσης του εδάφους σε δύο επίπεδα στα δυτικά της αγοράς, αποτελούσε το βασικό μέρος του γυμνασίου της πόλης. Το χαμηλότερο επίπεδο, 72 Χ 36 μ., είναι το αρχαιότερο και χρονολογείται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Πρόσβαση υπήρχε από το δυτικό άκρο της βόρειας πλευράς όπου και σώζονται ίχνη προπύλου. Ο χώρος περιβάλλεται στην ανατολική, νότια και βόρεια πλευρά του από ιωνική στοά, με δωμάτια στο βάθος της. Στη δυτική πλευρά ο τοίχος κτισμένος με ισόδομο σύστημα συγκρατεί τα χώματα του άνω ανδήρου. Από τις τρεις κλίμακες επικοινωνίας μεταξύ των δύο ανδήρων, δύο στις άκρες και μία στη μέση του αναλήμματος, δεσπόζουσα θέση κατέχει η κεντρική. Δεξιά και αριστερά της υπάρχει ανά μία μνημειακή κρήνη του τύπου των εν παραστάσι. Το ψηλότερο επίπεδο θεωρήθηκε από τον ανασκαφέα Αν. Ορλάνδο, προσθήκη των αυτοκρατορικών χρόνων (3ος αι. μ.Χ.) στη θέση προγενέστερου κτίσματος των ελληνιστικών χρόνων που κατέπεσε από σεισμό τον 1ο ή 2ο αι. μ.Χ. Ο χώρος του άνω ανδήρου, σχήματος Π και διαστάσεων 70 Χ 32.50 μ., είναι διαμορφωμένος σαν μία ορθογώνια αυλή με δωρική στοά στη νότια, δυτική και βόρεια πλευρά. Το στυλοβάτη του δωρικού και ιωνικού περιστυλίου των δύο επιπέδων περιτρέχει εσωτερικά λίθινη αύλακα, για την απορροή των υδάτων της στέγης των στοών. Μεταξύ των κινητών ευρημάτων της παλαίστρας περιλαμβάνονται μαρμάρινο ανδρικό εικονιστικό άγαλμα, δύο ακέφαλα μαρμάρινα αγάλματα γυναικείων μορφών, ένας ακέφαλος μαρμάρινος ανδρικός κορμός, και μία μαρμάρινη κεφαλή ανδρός, όλα γλυπτά της Ρωμαϊκής περιόδου, καθώς και αγωνιστική επιγραφή σε Σικυώνιο αλφάβητο του 5ου αι. π.Χ.

    Το βουλευτήριο στα ανατολικά της παλαίστρας, διαστάσεων 41.15 Χ 40.50 μ., είχε τετράγωνη εσωτερική κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού και στοά κατά μήκος της βόρειας πλευράς του, δηλαδή της πρόσοψης. Οδός πλάτους 6.75 μ μέτρων χώριζε το βουλευτήριο από την μεγάλη στοά που εκτείνεται στα ανατολικά του σε μήκος 106 μ. Η στοά, πλάτους 16 περίπου μ., είχε διπλή κιονοστοιχία κατά μήκος της βόρειας πλευράς της και 20 μικρά διαμερίσματα κατά μήκος της νότιας πλευράς. Όπως και το βουλευτήριο χρονολογείται στην πρώιμη ελληνιστική εποχή και επιδέχθηκε μετατροπές σε μεταγενέστερους χρόνους.

    Τα ρωμαϊκά λουτρά βορείως της αγοράς, όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο, έχουν μόνο μερικώς αποκαλυφθεί. Τα ορατά τους τμήματα φανερώνουν την ύπαρξη εκτενούς κτιρίου με διάταξη των χώρων γύρω από κεντρική αυλή, και πρέπει να χρονολογούνται στον 1ο ή 2ο μ.Χ. αιώνα.

    Η τρίκλιτη βασιλική της κάτω Σικυώνος βρίσκεται στο λόφο της Παναγίτσας του Κιάτου και περί τα 200-300 μ. νοτιοδυτικά του επινείου της αρχαίας πόλης. Αποτελείται από τον κυρίως ναό, που στα ανατολικά απολήγει σε μεγάλη ημικυκλική αψίδα, το νάρθηκα και το αίθριο στα δυτικά, και έχει συνολικό πλάτος 23.9 μ. και μήκος άνω των 65 μέτρων. Περιλαμβάνει διάφορα προσκτίσματα με πλέον χαρακτηριστικά το παρεκκλήσιο και το βαπτιστήριο στη νότια πλευρά. Τόσο το μέγεθος του κτιρίου όσο και τα αρχιτεκτονικά και γλυπτά του μέρη το εντάσσουν στις σημαντικότερες βασιλικές που κτίστηκαν στην Πελοπόννησο στο δεύτερο μισό του 5ου αι. μ.Χ.

    Βιβλιογραφία

    Earle, M.L. 1889. «Excavations at the Theater of Sikyon: Supplementary report of the excavations,» AJA 5, 286-292.

    Earle, M.L. 1891. «Supplementary Excavations at the Theatre of Sikyon, in 1891,» AJA 7, 281-282.

    Earle, M.L. 1893. «Excavations in the Theatre at Sicyon in 1891,» AJA 8, 388-396.

    Brownson, C.L. και C.H. Young. 1893. «Further Excavations at the Theater of Sicyon in 1891,» AJA 8, 397-409.

    Fossum, A. 1905. «The Theatre at Sikyon,» AJA 9, 263-276.

    Philadelpheus, A. 1926. «Note sur le Bouleuterion (?) de Sicyone,» BCH 50, 174-182. 

    Φιλαδελφεύς, Α. 1926. «Ανασκαφαί Σικυώνος,» ΑΔ 10, 46-50.

    Skalet, C.H. 1928. Ancient Sicyon, with a prosopographia Sicyonia. Baltimore.

    Fiechter, W. 1931. Das Theater in Sikyon. Stuttgart.

    Ορλάνδος, Α. 1933. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1932, 63-76.

    Ορλάνδος, Α. 1934. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1933, 81-90.

    Ορλάνδος, Α. 1935. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1934, 116-122.

    Ορλάνδος, Α. 1936. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1935, 73-83.

    Ορλάνδος, Α. 1937. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1936, 86-94.

    Ορλάνδος, Α. 1938. «Ανασκαφή Σικυώνος του 1937,» ΠΑΕ 1937, 94-96.

    Ορλάνδος, Α. 1939. «Ανασκαφαί Σικυώνος,» ΠΑΕ 1938, 120-123.

    Ορλάνδος, Α. 1940. «Ανασκαφαί Σικυώνος,» ΠΑΕ 1939, 100-102.

    Ορλάνδος, Α. 1947. «Ανασκαφαί Σικυώνος 1941,» ΠΑΕ 1941, 56-60.

    Ορλάνδος, Α. 1952. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ1951, 187-191.

    Ορλάνδος, Α. 1955. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ1952, 387-395.

    Ορλάνδος, Α. 1956. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ1953, 184-190.

    Ορλάνδος, Α. 1957. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ1954, 219-231.

    Κρυστάλλη, Κ. 1968. «Κορινθία», ΑΔ 22 (1967) Β1, 163-166.

    Ορλάνδος, Α. 1969. «Συμπληρωματική έρευνα εις την βασιλική της Σικυώνος,» Αρχείον Βυζαντινών Μελετών 11, 148-176.

    Ορλάνδος, Α. 1971. «Η βασιλική της κάτω Σικυώνος,» Αρχείον Κορινθιακών Μελετών 1, 46-55.

    Φαράκλας, Ν. 1971. Σικυωνία. Αθήνα.

    Κρυστάλλη-Βότση, Κ. 1976. «Nouvelle mosaique de Sicyone,» BCH 100, pp. 575- 588.

    Griffin, A. 1982. Sikyon. Oxford.

    Κρυστάλλη-Βότση, Κ. 1988. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1984, 241-242.

    Κρυστάλλη-Βότση, Κ. 1991. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1987, 66-68.

    Κρυστάλλη-Βότση, Κ. 1991. «Ανασκαφή Σικυώνος,» ΠΑΕ 1988, 30-31.

    Lolos, Y. 1998. Studies in the Topography of Sikyonia (Διδ. Διατριβή, Παν/μιο της Καλιφόρνιας στο Berkeley).

    Επιφανειακή έρευνα Σικυώνος: επισκεφθείτε το website

                                                                                                    Γιάννης Α. Λώλος




    Ανακαλύψτε τους χώρους ανασκαφών και μελετών της Εταιρείας

     
     Σ. Δάκαρη, Ι. Βοκοτοπούλου, Α.Φ. Χριστίδη. Τα χρηστήρια ελάσματα της Δωδώνης. Των ανασκσφών Δ. Ευαγγελίδη. Τόμος Ι. Επίγραφές 1-2220. Τόμος ΙΙ. Επιγραφές 2221-4216. Επιμέλεια Σωτήρη Τσέλικα. Ευρετήριο Γεωργίου Παπαδόπουλου. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 285, 286. Αθήναι 2013. τόμος Ι (ΒΑΕ285). 2
      

    Αν επιθυμείτε να ενημερώνεστε για τις δραστηριότητες της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, εγγραφείτε στο μηνιαίο δελτίο ενημέρωσης
     

      Βοήθεια χρήσης | Χάρτης πλοήγησης | Όροι χρήσης | Δικαιώματα