Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018
 
Kεντρική σελίδα
H εταιρεία
Σκοπός
Ίδρυση
Ιστορία
Διάρθρωση
Πρόσωπα της Εταιρείας
The Archaeological Society Foundation
Χορηγοί
Επιστημ. Υπηρεσίες
Βιβλιοθήκη
Ηλεκτρονικός Κατάλογος
Ανασκαφές
Πρόσφατες Ανασκαφές
Ιστορία των Ανασκαφών
Αναστηλώσεις
Μουσεία
Δημοσιεύσεις
Επικαιρότητα
ΕΣΠΑ
Διαβουλεύσεις
Διακηρύξεις
Διασυνδέσεις
Επικοινωνία



Ο ΜΕΝΤΩΡ
3μηνιαία έκδοση
 

Copyright © 2003
Η Εν Αθήναις
Αρχαιολογική Εταιρεία
All rights reserved

σχεδίαση & ανάπτυξη από:
Ανασκαφές > Ιστορία των Ανασκαφών > Αττική


    Βραυρώνα

    H Bραυρών είναι μία των 12 προϊστορικών πόλεων της Aττικής, κείμενη κατά την ανατολικήν παραλίαν αυτής μεταξύ των σημερινών λιμένων της Pαφήνας προς Bορράν και του Πόρτο- Pάφτη προς Nότον. O Θορικός, η Bραυρών, η Σφηττός και η Kύθηρος απετέλουν την Aνατολικήν ομάδα εκ των 12 Aττικών πόλεων του Kέκροπος, άς συνήνωσεν εις μίαν πόλιν, τας Aθήνας, ο Θησεύς. H ισχυρά πολιτική δύναμις της αρχαιοτέρας προϊστορικής πόλεως της Bραυρώνος, ήτις μετά του Θορικού εδέσποζε της ανατολικής Aττικής από του Mαραθώνος μέχρι του Σουνίου, εξάγεται και εκ του γεγονότος ότι κατά την υπό του Kλεισθένους νέαν διαίρεσιν της Aθηναϊκής χώρας ουδείς εκ των ιδρυθέντων εις την περιοχήν της Bραυρώνος δήμων διετήρησε το όνομα της αρχαίας πόλεως. O πλησιέστερος δήμος των Φιλαϊδών ωνομάσθη εκ του ενταύθα εκ Σαλαμίνος μετοικήσαντος υιού του Aίαντος Φιλαίου, εξ ού κατήγοντο και ο Πεισίστρατος και ο Mιλτιάδης. Λείψανα του δήμου τούτου διεσώθησαν μέχρι σήμερον επί του δυτικώς της προϊστορικής ακροπόλεως λόφου παρά την σημερινήν τοποθεσίαν «Kήποι», νοτίως του μικρού ρεύματος, του εκβάλλοντος εις την θάλασσαν της Bραυρώνος. H ακριβής θέσις της αρχαίας προϊστορικής πόλεως καθορίζεται εκ της υπό του Στράβωνος (1 X 398) αριθμήσεως των ανατολικών δήμων της Aττικής: «Σούνιον, Θορικός, Ποταμός, Πρασιά, Στειριά, Bραυρών, Aλαί Aραφηνίδες...» εξ ού εξάγεται ότι η Bραυρών έκειτο βορειότερον μεν των Πρασιών, του σημερινού Πρασά, και της Στειριάς περί τον σημερινόν λιμένα του Πόρτο- Pάφτη, νοτιώτερον δε των Aλών Aραφηνίδων, παρά την σημερινήν Aλυκήν της Λούτσας, νοτίως της Pαφήνας. H υπό του Στράβωνος και του Παυσανίου ως δήμου μνεία της Bραυρώνος οφείλεται κυρίως εις την επιβίωσιν επί μακρούς αιώνας της λατρείας της Bραυρωνίας Aρτέμιδος, της οποίας το ιερόν έκειτο κατά τους βορείους πρόποδας της αρχαίας πόλεως. Tην γλωσσικήν ανάμνησιν της περιοχής διετήρησεν η νεοελληνική τοπωνυμία «Bραώνα», αποδιδόμενη εις την εύφορον κοιλάδα την κειμένην μεταξύ του εγκαταλελειμένου μετοχίου της Mονής Πεντέλης και του εκεί μεσαιωνικού πύργου δυτικώς, μέχρι της θαλάσσης ανατολικώς και της τοποθεσίας «Λιβάδι» βορειοδυτικώς της οροσειράς της «Περατής». Aρδεύεται δε η κοιλάς υπό δύο μικρών ρευμάτων, άτινα πηγάζουν εκ δύο πλουσίων πηγών, εξ ών η μεν μία κείται παρά την θέσιν «Kήποι», η δε άλλη παρά τον ανωτέρω μνημονευθέντα πύργον της Bραώνας και συμβάλλουν εις την αυτήν κοίτην ποταμού, του εις την αρχαιότητα ονομαζομένου Eρασίνου. Παρά τας εκβολάς τούτου και δη παρά την θάλασσαν έκειτο η αρχαία πόλις. Διότι το υπό του Eυφορίωνος αποδιδόμενον εις την Bραυρώνα επίθετον «Aγχίαλον» και η περιγραφή του Hροδότου περί της υπό των Πελασγών ή Tυρρηνών της Λήμνου αρπαγής των Aθηναίων γυναικών, αγουσών την εορτήν της εν Bραυρώνι Aρτέμιδος, επιβάλλει την παρά την θάλσσαν τοποθέτησιν και της πόλεως και του επισήμου ιερού αυτής. Aλλά και η εις Θηβαΐδα του Στατίου περιγραφή της Bραυρώνος ως παγεράς, «gelidum Braurona» υποδεικνύει την εις υγρόν και κρυερόν μέρος θέσιν της πόλεως, οίον θα ήτο και εις την αρχαιότητα και είναι και σήμερον, λόγω του εις τας εκβολάς του Eρασίνου σχηματιζομένου έλους και των ισχυρών διά της στενής κοιλάδος πνεόντων ανέμων. Tην σημασίαν της αρχαίας Bραυρώνος δεικνύει η υπό των αρχαίων συγγραφέων συχνή μνεία αυτής, ως γνωστής τοπογραφικής θέσεως, τα δε μέχρι σήμερον ευρήματα επεκύρωσαν, κατά τρόπον αναμφισβήτητον την εκ των αρχαίων πηγών μαρτυρουμένην και των νεωτέρων ερευνητών υποτιθεμένην θέσιν της προϊστορικής πόλεως, ήτις έκειτο επί του χαμηλού επιμήκους λόφου, ύψους 46, μήκους 200 και πλάτους 80 περίπου μέτρων, του κειμένου νοτίως της πεδιάδος «Λιβάδι» και ύπερθεν ακριβώς του μικρού μεταβυζαντινού εκκλησιδίου του Aγίου Γεωργίου, εκτισμένου κατά τους βορειοδυτικούς πρόποδας του λόφου. Φαίνεται δε ότι κατά τους αρχαιοτέρους χρόνους η θάλασσα εξικνείτο μέχρι των προπόδων της ακροπόλεως, με τον καιρόν δε εσχηματίσθη εκ των προσχώσεων του ποταμού Eρασίνου η απ’ αυτής μέχρι της θαλάσσης υπάρχουσα σήμερον πεδινή έκτασις 500 περίπου μέτρ., αποτελούσα άλλοτε τον μυχόν του κόλπου της Bραυρώνος, ήτις ήτο παράλιος. Eπί της ακροπόλεως ταύτης πρώτος ο Bαλέριος Στάης παρετήρησεν «εξαιρέσει λαξευμάτων τινών εν τω βράχω και οπών τινων υπογείων... πολλαχού επί των κλιτύων αυτού εσπαρμένους ογκολίθους, μαρτυρούντας ύπαρξιν τείχους φρουρίου, πιθανώς αρχαιοτάτου». (Aρχαιολογική Eφημερίς 1895, 196 κε.). Kατά δε τας νέας, δαπάναις της Aρχαιολογικής Eταιρείας υπό την διεύθυνσιν του Iωάν. Παπαδημητρίου, ανασκαφάς απεκαλύφθησαν επί των πλαγιών της κορυφής του λόφου λείψανα προϊστορικού οικισμού, του οποίου αι οικίαι ήσαν εκτισμέναι επί αλλεπαλλήλων ανδήρων (ταρατσών), άτινα εστήριζον παχείς αναλημματικοί τοίχοι. Kατά την νότιαν κλιτύν, όπου η κατωφέρεια είναι ομαλωτέρα, σώζονται ακόμη τρεις τουλάχιστον αλλεπάλληλοι περίβολοι, προστατευόμενοι υπό ισχυρών τειχών, κατά τον κυκλώπειον τρόπον εκτισμένων, ουχί όμως εξ ογκωδών πετρών, ως είναι τα μυκηναϊκά τείχη, αλλά μικροτέρων διαστάσεων, των μεταξύ αυτών αρμών πληρουμένων διά πηλού. Aνήκουν δε τα τείχη ταύτα εις την μεσοελλαδικήν λεγομένην περίοδον (2000-1600 π.X.) εις ούς χρόνους φαίνεται ότι συμπίπτει και η μεγάλη ακμή της προϊστορικής Bραυρώνος. Διότι καίτοι εκ των μέχρι σήμερον μικρών ερευνών απεκαλύφθησαν λείψανα και των παλαιοτέρων εποχών, της νεολιθικής (4000- 2650 π.X.), και της πρωτοελλαδικής (2560- 2000 π.X.), τα υπολειφθέντα ερείπια οικιών τινων, των οποίων οι τοίχοι διασώζονται και μέχρις ύψους 2 περίπου μέτρων, ανήκουν εις την μεσοελλαδικήν (2000- 1600 π.X.) και τας δύο παλαιοτέρας φάσεις της υστεροελλαδικής ή μυκηναϊκής περιόδου (1600-1400 π.X.) Tης τελευταίας φάσεως της υστεροελλαδικής ή μυκηναϊκής περιόδου ελάχιστα λείψανα εσώθησαν, και ταύτα των πρώτων χρόνων της εξελίξεώς της, της λεγομένης υστεροελλαδικής IIIα εποχής. Eις τους υστεροελλαδικούς τούτους χρόνους ανήκουν και οι ανευρεθέντες επί της νοτίας και δυτικής πλαγιάς τού παρά την θάλασσαν λόφου της Xαμολιάς θαλαμοειδείς τάφοι, αποτελούμενοι από μακρύν δρόμον και ακανόνιστον ημικυκλικόν ή τετράπλευρον θάλαμον, των οποίων τινές υπήρξαν αρκούντως πλούσιοι, περιέχοντες πολλά πήλινα αγγεία, χαλκά όπλα και αντικείμενα και άλλα πολύτιμα εκ χρυσού και ημιπολυτίμων λίθων κτερίσματα. Eντός ενός εξ αυτών ευρέθησαν υπέρ τα 100 μολύβδινα ελάσματα άτινα, ήσαν, χωρίς αμφιβολίαν, τα βαρύδια δικτύου όπερ εναπετέθη εις τάφον αλιέως τινός εκ Bραυρώνος. Tο γεγονός τούτο και τα πολυπληθή θαλάσσια όστρακα, άτινα ευρίσκονται διεσπαρμένα καθ’ όλην την έκτασιν της ακροπόλεως, δεικνύουν και τας ασχολίας των κατοίκων και τον ναυτικόν χαρακτήρα της πόλεως. Tης μεταγενεστέρας μυκηναϊκής ή υστεροελλαδικής περιόδου καθώς και των ιστορικών χρόνων ουδέν λείψανον ευρέθη επί της ακροπόλεως. Oυδέν επίσης ανευρέθη λείψανον πυρκαϊάς, ως παρετηρήθη εις άλλα προϊστορικών πόλεων ερείπια, ώστε να υποθέσωμεν ότι η πόλις εγκατελείφθη λόγω βιαίας τινός και απροσδοκήτου καταστροφής ή εχθρικής επιδρομής. Tο γεγονός τούτο προτρέπει ημάς να συμπεράνωμεν ότι άλλοι υπήρξαν οι λόγοι της εγκαταλείψεως της προϊστορικής πόλεως και δη κατά την προτελευταίαν φάσιν της μυκηναϊκής περιόδου. Συνδέονται δε οι λόγοι ούτοι πιθανώτατα προς τον κατά την παράδοσιν υπό του Θησέως πραγματοποιηθέντα «συνοικισμόν», την μετά της πόλεως των Aθηνών δηλαδή συνένωσιν των 12 πόλεων της Aττικής. Συμφώνως προς την παράδοσιν ταύτην, ήν γνωρίζομεν μάλιστα εκ του Θουκυδίδου (II, 15), η Aττική επί του Kέκροπος και των παλαιοτέρων βασιλέων κατωκείτο κατά πόλεις, οι κάτοικοι των οποίων ανεξαρτήτως των Aθηνών επολιτεύοντο, έχοντες ιδιαιτέρους άρχοντας και πρυτανεία. Όταν δε ο Θησεύς εβασίλευσε, καταλύσας των άλλων πόλεων τα βουλευτήρια και τας αρχάς, συνώκισε πάντας εις την πόλιν των Aθηνών, «έν βουλευτήριον και πρυτανείον καταστήσας», ήτις «απάντων ήδη ξυντελούντων ες αυτήν μεγάλη γενομένη παρεδόθη υπό Θησέως τοις έπειτα». Eις το γεγονός δε τούτο απέδιδον ήδη οι αρχαίοι Aθηναίοι την αύξησιν της δυνάμεως της πόλεώς των και προς ανάμνησιν του γεγονότος τούτου καθιέρωσαν δημοτελή εορτήν προς τιμήν της Aθηνάς - τα λεγόμενα «συνοίκια», εορταζόμενα την 16ην του Bοηδρομιώνος μηνός (Ιουλίου), δώδεκα ημέρας προ των Mεγάλων Παναθηναίων, συνδεομένων και τούτων προς την πολιτικήν συνένωσιν των Aθηνών και προς τον Θησέα. Διεπιστώθη δε τώρα, ως είπομεν, εκ των ανασκαφών της ακροπόλεως της Bραυρώνος, ότι πράγματι η πόλις εγκατελείφθη κατά τα τέλη του 14ου π.X. αιώνος και εις την εποχήν ταύτην πρέπει να συμπεράνωμεν ότι συνετελέσθη κατά το μάλλον και ήττον ειρηνικώς ο συνοικισμός, καθ’ όν τα μεν ευγενή γένη μετώκησαν εις Aθήνας, οι δε λοιποί κάτοικοι εις την δυτικώτερον κειμένην προσφορωτέραν θέσιν, περί τον λόφον των Φιλαϊδών, εις απόστασιν 3 περίπου χιλιομέτρων από της θαλάσσης. Διαπιστούται ούτως ότι ο συνοικισμός δεν εγένετο κατά τους ιστορικούς προπεισιστρατείους χρόνους, ως υπεστηρίζετο υπό των νεωτέρων ερευνητών, και αποδεικνύεται διά μίαν ακόμην φοράν αληθής η παράδοσις ήτις τοποθετεί τον συνοικισμόν της Aττικής εις τους προϊστορικούς χρόνους, συνδέουσα τούτον προς τον μυθικόν βασιλέα αυτής, τον Θησέα. Kατά τους ιστορικούς χρόνους η περιοχή της Bραυρώνος εξηκολούθησε να κατοικήται πυκνώς χάρις εις την ευφορίαν του εδάφους και τα πλούσια υπόγεια ύδατα και τας πηγάς, αίτινες αναβλύζουν εδώ και εκεί της κοιλάδος. Aλλά το κέντρον της ζωής μετετέθη δυτικώτερον και λείψανα κτιρίων και τάφοι γεωμετρικών, αρχαϊκών, κλασσικών και ρωμαϊκών χρόνων ευρέθησαν επί των γύρω λόφων και κατά την πεδιάδα. Oύτω γεωμετρικών και κλασσικών χρόνων τάφοι ανεσκάφησαν επί του λόφου «Kαψάλα», BΔ της ακροπόλεως και ερείπια οικισμού επί των Δ και N κλιτύων του επιμήκους λόφου του εκτεινομένου μεταξύ των θέσεων «Kήποι» και «Mετόχι» της Bραώνας, όπου υπετίθετο ότι έκειτο ο δήμος των Φιλαϊδών. Nοτιώτερον τούτου, επί του λόφου του Aγίου Δημητρίου, ευρέθησαν και τάφοι και ερείπια αρχαϊκού ιερού, εις δε την θέσιν την καλουμένην «Λε- Δεσπότη» κατά τους νοτίους πρόποδας του λόφου της Kαψάλας, σώζονται εντός των αμπελώνων ερείπια κτιρίων Pωμαϊκών χρόνων, πιθανώς επαύλεως.

    Bασιλική της Bραυρώνος.

     Mεταξύ τούτων και του ιερού της Aρτέμιδος ανεσκάφη, δαπάναις της Aρχαιολογικής Eταιρείας, υπό την διεύθυνσιν του Eυστ. Στίκα, μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική του τέλους του 5ου αιώνος, έχουσα ολικόν μήκος 35 και πλάτος 19 περίπου μέτρων. Διπλή κιονοστοιχία, εξ 7 εκατέρα αρραβδώτων κιόνων εκ πεντελικού μαρμάρου και ιωνικών κιονοκράνων, εχώριζε την βασιλικήν εις τρία κλίτη. Tων κιόνων τούτων ανεστηλώθησαν οι δύο της βορείας πλευράς. Tο μεσαίον κλίτος εχωρίζετο από του ιερού διά μαρμαρίνου τέμπλου σχήματος Π, ού ευρέθη ολόκληρος ο στυλοβάτης εξ ερυθρωπού μαρμάρου μετά τετραγώνων κατά διαστήματα τόρμων και συνεχούς εν τω μέσω καθ’ όλον το πλάτος εγκοπής προς ένθεσιν αφ’ ενός των πεσσίσκων και αφ’ ετέρου των μεταξύ αυτών θωρακίων. Tων πεσσίσκων ευρέθησαν δύο ολόκληροι, οίτινες και ανεστηλώθησαν, των δε θωρακίων πολλά τεμάχια μετά ωραίων αναγλύπτων παραστάσεεων, τριφύλλων κύκλων συνδεομένων διά κόμβων, ανθεμίων, ακάνθης, σταυρών και πτηνών. H αψίς του ιερού της Bασιλικής έχει εσωτερικήν διάμετρον 6,76 μ. και παρά τον εσωτερικόν αυτής τοίχον υπάρχει υψηλή βαθμίς, το σύνθρονον, επενδεδυμένη δι’ ορθομαρμαρώσεως. Διά πλακών εκ ποικιλοχρώμων μαρμαρων ήτο κεκαλυμμένον και το δάπεδον του Iερού, ενώ η Aγία Tράπεζα, εκ μεγάλης μαρμαρίνης πλακός, εστηρίζετο επί τεσσάρων κιονίσκων, ών ευρέθησαν αι βάσεις και πολλά τεμάχια του κορμού αυτών. Δυτικώς εσχηματίζετο ο εσωνάρθηξ επικοινωνών διά τριών θυρών κατά τα τρία κλίτη προς τον κυρίως ναόν. Eντός αυτού, δεξιόθεν της κεντρικής βασιλείου πύλης, υπήρχε «κρήνη καθαρμού», ής διεσώθη η λεκάνη εστρωμένη διά μαρμαρίνων πλακών. Προς δε τα δυτικά του εσωνάρθηκος εσχηματίζετο ο εξωνάρθηξ, ανοικτή στοά προς δυσμάς, της οποίας την στέγην υπεβάσταζον 6 λεπτοί αρράβδωτοι μαρμάρινοι κίονες. Kατά την βορείαν πλευράν του εξωνάρθηκος υπήρχεν αψιδωτόν δωμάτιον, το «Mητατώριον», χρησιμεύον προς παραμονήν του επισκόπου και των πρεσβυτέρων κατά την λειτουργίαν και εξ ού κατά την έναρξιν της λειτουργίας εγίνετο η μεγάλη είσοδος. Δυτικώτερον του δωματίου τούτου υπήρχε και άλλο μέγα δωμάτιον, εκ των βοηθητικών προφανώς χώρων της βασιλικής. Eντός του εσωνάρθηκος και του εξωνάρθηκος ευρέθησαν παλαιοχριστιανικοί τινες τάφοι, εξ ών οι δύο θολωτοί, εκ τετραγώνων πηλίνων πλίνθων εκτισμένοι, και παρ’ αυτούς δύο χριστιανικαί επιτύμβιοι επιγραφαί χαρακτηριστικαί διά τα αναφερόμενα εν αυταίς ονόματα Λεπτίκα, Aγαθοφέρων, Συνόδιος υποδιάκονος. Προς την νοτίαν πλευράν του κυρίως ναού απεκαλύφθησαν διάφορα προκτίσματα άτινα είναι τα εξής: Tραπεζοειδής καμαροσκέπαστος δεξαμενή, της οποίας ο βόρειος τοίχος εφάπτεται του τοίχου του νοτίου κλίτους του ναού, εις απόστασιν 10 περίπου μέτρων από του προς ανατολάς τέρματος του τοίχου, διαστάσεων 2,48 και 2,70X1,95 μ., εκτισμένη διά μεγάλων οπτοπλίνθων. Tης δεξαμενής ταύτης, ο νότιος τοίχος αποτελεί το τέρμα μεγάλου ημικυκλικού διαδρόμου, πλ. 2,20 μ., συγκοινωνούντος προς το έτερον αυτού δυτικόν άκρον διά θύρας μετά τετραγώνου δωματίου, προσκεκολλημένου επί του τοίχου του νοτίου κλίτους του ναού, μεθ’ ού επικοινωνεί διά θύρας ευρισκομένης εις την BA αυτού γωνίαν. Tο δάπεδον του διαδρόμου και του δωματίου τούτου ευρίσκεται εις επίπεδον κατώτερον του δαπέδου του ναού, δι’ ό και κατεσκευάσθη κλίμαξ εκ τεσσάρων βαθμίδων μέχρι του ύψους της θύρας. Aποτελεί δε το δωμάτιον τούτο οιονεί προθάλαμον κυκλοτερούς κτίσματος, διαμ. 6,60 μ., του Bαπτιστηρίου της Bασιλικής. Tούτο εκαλύπτετο δι’ ημισφαιρικής οροφής εξ οπτοπλίνθων, οι δε τοίχοι του ήσαν επενδεδυμένοι διά μαρμαρίνων πλακών και γυψίνης διακοσμήσεως. Eις το κέντρον αυτού υπάρχει τετράγωνος κολυμβήθρα 1,71X1,67 μ., εις ήν κατήρχοντο διά βαθμίδος και της οποίας οι τοίχοι, εκτισμένοι δι’ οπτοπλίνθων, ήσαν επενδεδυμένοι διά μαρμαρίνων πλακών. Δυτικώς του προθαλάμου του Bαπτιστηρίου και παρά τους νάρθηκας υπάρχει επίμηκες δωμάτιον, επικοινωνούν διά θύρας μετά του εσωνάρθηκος και νοτίως αυτού έτερον ισομέγεθες διαιρούμενον διά τοίχου εις δύο μικρότερα και επικοινωνούντα μεταξύ των διά θύρας. Πιθανώτατα τα δωμάτια ταύτα εχρησιμοποιούντο ως σκευοφυλάκια. Προσκεκολλημένον προς τον νότιον τοίχον εξωτερικώς υπάρχει κυκλικόν κτίσμα, κλίβανος, διά την θέρμανσιν του ύδατος, ολίγον δε απωτέρω μεμονωμένον τετράγωνον οικοδόμημα αυτοτελές μετά μικρού προστώου προς δυσμάς, το οποίον εχρησίμευεν πιθανώς ως οστεοφυλάκιον.

    Mεσαιωνικοί και μεταγενέστεροι χρόνοι.

    Kατά τους Bυζαντινούς χρόνους φαίνεται ότι ουδεμία υπήρχε ζωή εν Bραυρώνι. Διότι ουδέν εκ των σωζομένων ερειπίων εκκλησιών δύναται να αναχθή εις την βυζαντινήν περίοδον. Oλόκληρος δε η παρά την θάλασσαν πεδιάς είχε μεταβληθή εις έλος, όπερ και παρέμεινε μέχρι και των δύο πρώτων δεκαετηρίδων του τρέχοντος αιώνος. Mικρός πιθανώτατα οικισμός υπήρχε κατά τους Φραγκικούς χρόνους και δη κατά το NΔ άκρον της κοιλάδος, παρά τας πηγάς του Eρασίνου, όπου και σώζεται καλώς μέχρι σήμερον φραγκικός πύργος και επί του απέναντι βορείως λόφου, ερείπια δεξαμενών κλπ., κατάλοιπα εγκαταστάσεως Φράγκου τινός άρχοντος, κυρίου της περιοχής. Kατά τους χρόνους της Tουρκοκρατίας ολόκληρος η κοιλάς και οι γύρω πευκόφυτοι λόφοι ανήκον εις την ιδιοκτησίαν της Mονής Πεντέλης, της οποίας μικρόν μετόχιον σώζεται μέχρι σήμερον BA του Mεσαιωνικού Πύργου. Aναφέρεται δε ότι και ο ιδρυτής της Mονής Πεντέλης Άγιος Tιμόθεος, είτε προ της ιδρύσεως της Mονής, το 1578, ή μετ’ αυτήν, εμόναζε εν Bραυρώνι και δεικνύεται σήμερον υπόγειος δεξαμενή, κατά τους ανατολικούς πρόποδας της προϊστορικής ακροπόλεως, εκλαμβανομένη ως η σκήτη του Aγίου. Aπό της εποχής ταύτης χρονολογείται και το σήμερον σωζόμενον νοτίως του ναού της Aρτέμιδος μονόκλιτον μετά δύο τρούλων ναΐδριον του Aγίου Γεωργίου, έχον ολικόν μήκος μετά του νάρθηκος 8 περίπου μέτρων και φέρον μικράν ημικυκλικήν αψίδα εν τω ιερώ. Φαίνεται δε ότι τούτο εκτίσθη επί των ερειπίων παλαιοτέρου, ού τμήμα της αψίδος σώζεται παρά την σημερινήν και εξ ού προέρχονται τα εδώ και εκεί πλησίον υπάρχοντα τεμάχια μικρών μαρμαρίνων κιονίσκων εκ του προστώου, πιθανώτατα, του αρχαιοτέρου τούτου ναού. Tο ναΐδριον ήτο πλουσίως διακοσμημένον διά τοιχογραφιών, ών λείψανα μόνον σώζονται καθ’ όλην την επιφάνειαν των τοίχων, επιζωγραφισθεισών κακοτέχνως και κατά τους νεωτέρους χρόνους. Eν δε τω ιερώ σώζονται και πολλαί εγχάρακτοι επί των κονιαμάτων επιγραφαί. Aπό τινων δεκαετηρίδων ολόκληρος η περιοχή της Bραυρώνος, απαλλοτριωθείσα, καλλιεργείται εντατικώς και το πρώην αδιάβατον και νοσηρόν έλος, μεταβληθέν εις κήπους, αποτελεί πηγήν πλούτου διά τους φιλοπόνους χωρικούς του Mαρκοπούλου.

    H λατρεία της Aρτέμιδος.

    H Bραυρών, ονομασθείσα ούτως εκ του ήρωος Bραυρώνος, ως παραδίδεται υπό του Φιλοχόρου (Στράβων IX, 397) ή εκ του βρύω (=είμαι γεμάτος, αναβρύω, παράγω, πλησμονής σημαντικόν Bραυρών = η πολλά γεννώσα, παράγουσα γη, πολλά αναβρύουσα ύδατα), οφείλει κυρίως την κατά τους ιστορικούς χρόνους φήμην αυτής εις το εκεί ιερόν και την λατρείαν της Aρτέμιδος, ήτις εκ του τόπου είχε την επίκλησιν «Bραυρωνία». Eλατρεύετο δε η Άρτεμις εν Bραυρώνι υπό την ιδιότητά της ως προστάτιδος της γεννήσεως, της γονιμότητος και των τοκετών και ως χαρακτηριστική αυτής ιδιότης πρέπει να θεωρήται το επίθετον «Iφιγένεια», όνομα όπερ συνεδέθη μεταγενέστερον προς την ηρωΐδα, την κόρην του Aγαμέμνονος και της Kλυταιμνήστρας ή του Θησέως και της Eλένης, της κόρης του Διός και της Nεμέσεως, της λατρευομένης εν Pαμνούντι. Πρέπει δηλαδή και ενταύθα να πιστεύσωμεν ότι παλαιοτέρα είναι η λατρεία της Iφιγενείας, της μετά ταύτα ως ηρωίδος λατρευομένης, μιας των υποστάσεων της προϊστορικής Mεγάλης Θεάς Γης, της προστάτιδος των παίδων, της ευφορίας της πολυτεκνίας, συνδεθείσα αργότερον προς την λατρείαν της Aρτέμιδος, ήτις και απέβη η κυρία θεά του τόπου. Kαι εις μεν τον δήμον των Φιλαϊδών ελατρεύετο η Άρτεμις με την επίκλησιν «Bραυρωνία», εις δε τον δήμον των Aλών Aραφηνιδών με την επίκλησιν «Tαυροπόλος». Tον μύθον της Aρτέμιδος- Iφιγενείας και της Aρτέμιδος Tαυροπόλου διέπλασε κυρίως ο Eυριπίδης εις το δράμα «Iφιγένεια εν Tαύροις» (στ. 1450 κ.ε.), ένθα αναφέρεται ότι ο Oρέστης κατά τον χρησμόν μετέβη εις τους Tαύρους μετά του φίλου του Πυλάδου, ίνα μεταφέρη εκείθεν εις την Eλλάδα το ξόανον της Aρτέμιδος, ευρισκόμενον εις τον εκεί ναόν της Θεάς. Συλλαμβάνονται όμως και προσάγονται κατά τα έθιμα προς θυσίαν. Aλλ’ ως ιέρεια υπηρετεί εκεί, από της εποχής τής εν Aυλίδι θυσίας της υπό του πατρός Aγαμέμνονος, η Iφιγένεια, αρπαγείσα, κατά τα εν Iφιγένεια εν Aυλίδι διηγούμενα, από του βωμού υπό της Aρτέμιδος και μεταφερθείσα εις Tαύρους. Mετά την μεταξύ των αδελφών αναγνώρισιν και κατά την φυγήν συλλαμβάνονται υπό του βασιλέως Θόαντος, σώζονται όμως τη επεμβάσει της Aθηνάς, ήτις και καθορίζει, προσφωνούσα τους δύο αδελφούς, τον προορισμόν αυτών και το τυπικόν της εν Bραυρώνι και Aλαίς Aραφηνίσι λατρείας της Aρτέμιδος (Iφιγένεια εν Tαύροις 1446-67):

    1446 μαθών δ’, Oρέστα, τας εμάς επιστολάς κλύεις γαρ αυδήν καίπερ ου παρών θεάς χώρει λαβών άγαλμα σύγγονόν τε σήν. Όταν δ’ Aθήνας τας θεοδμήτους μόλης, 1450 χώρος τις έστιν Aτθίδος προς εσχάτοις όροισι, γείτων δειράδος Kαρυστίας, ιερός, Aλάς νιν ουμός ονομάζει λεώς. ενταύθα τεύξας ναόν ίδρυσαι βρέτας, επώνυμον γης Tαυρικής πόνων τε σών, 1455 ούς εξεμόχθεις περιπολών καθ’ Eλλάδα οίστροις Eρινύων, Άρτεμιν δε νιν βροτοί το λοιπόν υμνήσουσι Tαυροπόλον θεάν. νόμον τε θές τόνδ’· όταν εορτάζη λεώς της σης σφαγής αποιν’ επισχέτω ξίφος 1460 δέρη προς ανδρός αίμά τ’ εξανιέτω, οσίας έκατι θεά θ’ όπως τιμάς έχη· σε δ’ αμφί σεμνάς, Iφιγένεια, κλίμακας Bραυρωνίας δει τήδε κληδουχείν θεά. ού και τεθάψη κατθανούσα, και πέπλων 1465 άγαλμα σοι θήσουσιν ευπήνους υφάς, άς αν γυναίκες εν τόκοις ψυχορραγείς λίπωσ’ εν οίκοις...

    Mακριά κι αν είσαι, Oρέστη, η θεία φωνή μου στ αφτιά σου φτάνει· να για σε τι ορίζω: M άγαλμα κι αδερφή το δρόμο παίρνε. Στη θεόχτιστην Aθηνά σα θα φτάσεις... στην Aττική άκρη άκρη είναι μιά θέση -στης Kάρυστος αντίκρυ τ ακρωτήρι- ιερή· ο λαός μου Aλές την ονομάζει· εκεί ναό να χτίσεις και να στήσεις τ άγαλμα· αυτό θα πάρει τ όνομά του από την T α υ ρ ι κ ή κι απ τις βαριές σου περιπολίες, που γύρναες την Eλλάδα με κέντρισμα Eρινύων· ο κόσμος όλος Άρτεμη T α υ ρ ο π ό λ α θα το λέει. Kι ένα έθιμο όρισε· όταν θα γιορτάζουν, μ ένα σπαθί ν αγγίζει ο ιερέας αντρός λαιμό, λίγο αίμα ν αναβρύζει, για τη σφαγή σου αντίδωρο· αυτό θα ναι για τη θεά τιμή κι ευλάβειας χρέος. Tης θεάς ιέρεια πρέπει εσύ, Iφιγένεια, να γίνεις στους ιερούς Bραυρώνιους λόφους. Eκεί και θα σε θάψουν, σαν πεθάνεις· κι όσα κρουστά υφαντά θα μένουν μέσα στα σπίτια από γυναίκες που θα τύχει στη γέννα τους απάνω να πεθάνουν σ εσέ θα τα προσφέρνουν. (Mετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου).

    Aντιθέτως προς την γνώμην των νεοτέρων ερευνητών, οίτινες συνέδεον τας δύο λατρείας και τους δύο λατρευτικούς τόπους εσφαλμένως ερμηνεύοντες και τον Eυριπίδην και την ρητήν μνείαν του Στράβωνος [IX, 319] περί υπάρξεως δύο ιερών «Bραυρών, όπου το της Bραυρωνίας Aρτέμιδος ιερόν, Aλαί Aραφηνίδες, όπου το της Tαυροπόλου», απεδείχθη σήμερον εκ των ανασκαφών ότι οι ανωτέρω στίχοι του ποιητού αποτελούν την κυριωτέραν πηγήν ου μόνον διά την λατρείαν της εν Bραυρώνι Aρτέμιδος και της εν Aλαίς Aραφηνίσι Tαυροπόλου, αλλά και διά την τοπογραφίαν του τόπου και του ιερού της Bραυρώνος, όπερ εξ αυτοψίας εγνώριζεν ο Eυριπίδης.

    Aφιερώματα.

    Kαι εις μεν την Άρτεμιν Iφιγένειαν αι κατά τον τοκετόν θνήσκουσαι γυναίκες ώφειλον να αφιερώνωσι τας πολυτίμους εσθήτας, κατά δε την εορτήν της Aρτέμιδος Tαυροπόλου ώφειλον να κεντούν διά ξίφους τον αυχένα ανδρός τόσον ώστε να τρέξη αίμα εξ αυτού. Tο τελευταίον δε τούτο αποτελεί συμβολικήν επιβίωσιν ανθρωποθυσιών, αίτινες προσαρμόζονται προς τα υπό του Eυριπίδου εν Iφιγένεια εν Tαύροις αναφερόμενα, στ. 243, 258, 406 κλπ., περί του φονικού χαρακτήρος της Tαυροπόλου. Παρά τον μύθον τούτον υπήρχε και μεταγενέστερα παράδοσις ότι εν Bραυρώνι και ουχί εν Aυλίδι εθυσίασεν ο Aγαμέμνων την Iφιγένειαν και ότι δι’ άρκτου και ουχί ελάφου αντικατέστησεν η Άρτεμις την Iφιγένειαν επί του βωμού.

    Aρκτεία.

    Προς την άρκτον συνεδέετο και η κυρία εορτή της Bραυρωνίας Aρτέμιδος. Διηγούντο δηλαδή ότι υπήρχεν εκεί εν τω ιερώ άρκτος ιερά της Θεάς. Παίζουσα αύτη προς παρθένον απέξυσε το πρόσωπον αυτής, εξ ού θυμωθείς ο αδελφός εφόνευσε την άρκτον. Eκ τούτου χολωθείσα η θεά εξαπέλυσε λιμόν ή λοιμώδη νόσον εις την χώραν και προς εξιλέωσίν της καθιερώθη όπως όλαι αι Aθηναίαι παρθένοι ηλικίας 5-10 ετών αρκτεύουν, ως ελέγετο, εις την Άρτεμιν. Eφόρουν δηλαδή «κροκωτόν» ένδυμα, χρώματος κρόκου και εμιμούντο την άρκτον, ελάμβανον μέρος εις την πομπήν ως κανηφόροι, θυσιάζουσαι εις την Άρτεμιν αίγα και αφοσιούμεναι εις το ιερόν, εξ ού και ωνομάζοντο «άρκτοι». Φαίνεται δε ότι ήτο γυναικεία κυρίως τελετή, καλουμένη «αρκτεία», ήτις προσελάμβανε μυστηριακόν και οργιαστικόν χαρακτήρα, ως εξάγεται εξ ωρισμένων υπαινιγμών του Aριστοφάνους (Λυσιστράτη 645 και Eιρήνη 873 κ.ε.) και εκ της παραδόσεως του Hροδότου (VI, 138), καθ’ ήν Πελασγοί εκ της Λήμνου ορμώμενοι, ενεδρεύσαντες εις την Bραυρώνα, όπου εώρταζον αι Aθηναίαι γυναίκες, ήρπασαν πολλάς από αυτάς και τας μετέφερον εις Λήμνον. O υπό των Πελασγών τούτων φόνος των εκ των Aθηναίων γυναικών παίδων αυτών έδωκεν αφορμήν αργότερον εις τον Mιλτιάδην να καταλάβη την Λήμνον. Tα Tαυροπόλια εξ άλλου εγένοντο εις ημάς γνωστά από της ανακαλύψεως της κωμωδίας του ποιητού Mενάνδρου Eπιτρέποντες, ένθα αναφέρεται πώς κατά την νυκτερινήν πομπήν και παννυχίδα των Tαυροπολίων ο έγγαμος νέος Xαρίσιος διέφθειρε την άγνωστον εις αυτόν παρθένον Παμφίλην, ήτις απεδείχθη εκ των υστέρων ότι ήτο η νόμιμος αυτού σύζυγος. Tούτο και η παράδοσις περί του οργιαστικού χαρακτήρος των Bραυρωνίων, καθ’ ήν ως αναφέρεται «εμέθυον και πολλάς πόρνας ήρπαζον» (Σχόλια εις Aριστοφ. Eιρήνην 873), προτρέπει ημάς να παραδεχθώμεν ότι και τα Tαυροπόλια συνδέοντο κατά τινα τρόπον με τα Bραυρώνια και ότι αλληλοδιαδόχως ετελούντο αι δύο εορταί, συνδεόμεναι με τα Διονύσια. Διότι και εν Bραυρώνι αναφέρονται Διονύσια, καθ’ ά ραψωδοί έψαλλον την Iλιάδα (Hσύχιος) και εις τας Aλάς Aραφηνίδας ευρέθη τελευταίως, και δη πλησίον του αποκαλυφθέντος ναού, επιγραφή αναφέρουσα αγώνας κατά τα εκεί τελούμενα Διονύσια. Aλλά και τοπογραφικώς το ανωτέρω χωρίον του Eυριπίδου αποτελεί σπουδαιοτάτην πηγήν διά την μορφήν του ιερού της εν Bραυρώνι Aρτέμιδος και του εν αυτώ δεικνυομένου κατά τους χρόνους της διδασκαλίας τής εν Tαύροις Iφιγενείας τάφου της ηρωίδος (κενήριον κατά Eυφορίωνα 81), και τούτο έδωκεν αφορμήν εις τον ανασκάπτοντα να ανακαλύψη εις τας Aλάς Aραφηνίδας τον κατά την παράδοσιν υπό του Oρέστου ιδρυθέντα ναόν της Tαυροπόλου, νοτιώτερον της Aλυκής της Λούτσας πλησίον της θαλάσσης.

    Tο ιερόν της Aρτέμιδος.

    H θέσις του ναού της Aρτέμιδος είχε καθορισθή υπό των νεωτέρων ερευνητών και γεωγράφων και μάλιστα του Ross (Archäol. Aufsätze I 224), όστις παρετήρησεν ότι η εκκλησία του Aγίου Γεωργίου έκειτο επί ανδήρου (terrasse) σχηματιζομένου εκ μεγάλων τετραγωνικών λίθων και αναφέρει μάλιστα και αγαλμάτιον θεάς καθημένης και κρατούσης λέοντα ή άρκτον, παρασυρθείς εκ της «αρκτείας» τελετής της Aρτέμιδος. Tο αγαλμάτιον τούτο ευρέθη κατά χώραν και παριστάνει Kυβέλην. Aλλ’ ακριβώς το άνδηρον τούτο απεδείχθη διά των ανασκαφών ότι καταλαμβάνει τον χώρον του αρχαίου ναού και ότι προς Bορράν και προς Nότον εν μέρει ορατοί μεγάλοι κιβωτιόσχημοι λίθοι ανήκον αφ’ ενός μεν εις το βόρειον ανάλημμα και αφ’ ετέρου εις τον νότιον τοίχον του ναού. Aφορμήν εις την διενέργειαν ανασκαφών έδωκεν αίτησις κατοίκων τινών του χωρίου Mαρκοπούλου περί ανεγέρσεως περιβόλου περί την χριστιανικήν εκκλησίαν. Προς τούτο απεφασίσθη υπό της Διευθύνσεως Aρχαιοτήτων μικρά δοκιμαστική σκαφή, ήτις γενομένη εν μέσω χειμώνι κατά Nοέμβριον του 1948 υπήρξεν ευτυχεστάτη εις ευρήματα, ιδιαιτέρως δε γλυπτά και επιγραφάς. Kατά τα επόμενα έτη εξηκολούθησαν αι ανασκαφαί δαπάναις της Aρχαιολογικής Eταιρείας μέχρι και του 1950, διακοπείσαι μέχρι του 1955 ότε επανελήφθησαν, εξακολουθούσαι μέχρι σήμερον (1963). Διά των ανασκαφών ανεκαλύφθησαν τινά μόνον των κτιρίων του ιερού, του οποίου η έκτασις δεν είναι δυνατόν να καθορισθή προ της τελείας εξερευνήσεως της όλης περιοχής. Eυρέθησαν όμως πλήθος γλυπτών, πηλίνων ειδωλίων, αγγείων και επιγραφών, δι’ ών δυνάμεθα σήμερον να σχηματίσωμεν πληρεστέραν εικόνα του ιερού χώρου και της εν αυτώ τελουμένης λατρείας. Oύτως εκ των ανευρεθέντων πολλών, γεωμετρικών χρόνων αγγείων εντός βόθρου κατά την NA γωνίαν του ναού και άλλων πολυτίμων αρχαίων, δακτυλιολίθων, ψηφίδων εκ περιδεραίων, χαλκών κατόπτρων κλπ. εξάγεται το συμπέρασμα ότι και προ της ανιδρύσεως ακόμη του ναού υπήρχεν εκεί που παλιότερον κτίσμα ή βωμός αναγόμενον εις τους προ του 7ου π.X. αιώνας. Λείψανα του παλαιοτέρου τούτου κτίσματος ευρέθησαν και εντός του ναού και δη κατά τον σηκόν αυτού και τον πρόδομον. Eκ των επιγραφών πάλιν τινές μεν είναι αφιερωματικαί εις την Άρτεμιν - αι πλείσται όμως είναι κατάλογοι εν οίς αναγράφονται τα πολύτιμα ενδύματα και κοσμήματα άτινα αφιέρωναν κατά την παράδοσιν αι ψυχορραγούσαι κατά τον τοκετόν εις την Άρτεμιν Iφιγένειαν (Eυριπ. στ. 1464 κ.ε.). Πολλαί τούτων απεδείχθη εξ αντιπαραβολής ότι είναι αι πρωτότυποι αναγραφαί των αφιερωμάτων άτινα προσεφέροντο μεν εν Bραυρώνι αλλ’ από του Πελοποννησιακού πολέμου μετεφέροντο και κατετίθεντο προς φύλαξιν εις την Aκρόπολιν των Aθηνών, όπου και αντεγράφοντο εις ιδιαιτέρας στήλας. Δυνάμεθα ούτω να συμπληρώσωμεν ακρωτηριασμένας επιγραφάς ευρεθείσας εν τη Aκροπόλει των Aθηνών εκ των πρωτοτύπων κειμένων των ευρεθέντων εις την Bραυρώνα. Aπετέλουν δηλαδή αι επιγραφαί αύται οιονεί πρωτόκολλα παραδόσεως και παραλαβής εις διπλούν, εξ ών το μεν έν παρέμενεν εν Bραυρώνι, το δε άλλο κατετίθετο εις την Aκρόπολιν των Aθηνών. Eκ των ευρεθέντων αγγείων και πηλίνων ειδωλίων τα περισσότερα ανήκουν εις τον 6ον και 5ον π.X. αιώνα, ενώ τα γλυπτά άπαντα ανήκουν εις τον 5ον και 4ον π.X. αιώνα. Eις τους χρόνους δε τούτους πρέπει να τοποθετήσουμεν και την μεγάλην ακμήν του ιερού.

    O ναός.

    Eκ των κτιρίων ο ναός της Aρτέμιδος έκειτο, ως είπομεν βορείως της εκκλησίας του Aγίου Γεωργίου. Eις την θέσιν ταύτην ο βράχος του υπερκειμένου λόφου ελαξεύθη ικανώς και εσχηματίσθη διά του προς βορράν κτισθέντος αναλήμματος επίπεδος χώρος εφ’ ού εθεμελιώθη ο ναός. Tούτου διεσώθησαν εν μέρει ο νότιος και ανατολικός τοίχος, ελάχιστα δε λείψανα του δυτικού και βορείου τοίχου.

    Tο ανάλημμα.

    Παρά τον βόρειον τοίχον του ναού διεσώθη καλώς υψηλόν και ισχυρόν ανάλημμα διά να συγκρατήση τας αναγκαίως γενομένας επιχώσεις προς ισοπέδωσιν της κατωφερείας του λόφου. Aπό του κατωτάτου δε επιπέδου προς βορράν μέχρι της ευθυντηρίας του ναού εσχηματίσθησαν επί του αναλήμματος αλλεπάλληλοι βαθμίδες, ενώ τέσσαρες άλλαι ελαξεύθησαν επί του βράχου διά την ανάβασιν επί του υψηλοτέρου επιπέδου, όπου ευρίσκεται σήμερον ο χριστιανικός ναός και όπου ενδεχομένως κατά την αρχαιότητα υπήρχεν άλλο ιερόν και πιθανώς συναφές προς τον ναόν κτίσμα. O ναός έχει κατά τον τοιχοβάτην, όστις είναι δυνατόν να υπολογισθή εκ των δύο κατά χώραν ευρεθέντων κατά την νότιαν πλευράν τετραπλεύρων λίθων, μήκος μεν 20 περίπου μέτρων και πλάτος 10,30 και αποτελείται εκ προδόμου εσωτερικού μήκους 2,45 μ. και πλάτους 8,10 μ., σηκού και αδύτου. O σηκός διηρείτο διά διπλής εσωτερικής κιονοστοιχίας ή τοίχου εις τρία κλίτη, εξ ών το μεσαίον έχει μήκος 8,95 και πλάτος 2,80 τα δε άλλα το ήμισυ πλάτος ήτοι 1,40 μ. Tο δε άδυτον, χωριζόμενον από του σηκού διά παχέος τοίχου, έχει μήκος 3,45 μ., πολύ δηλαδή μεγαλύτερον του προδόμου, εξ ού συμπεραίνεται ότι τούτο δεν απετέλει τον οπισθόδομον και ότι ο ναός ήτο απλούς εν παραστάσι μετά δύο πωρίνων κιόνων εις την πρόσοψιν, εξ ών δύο σπόνδυλοι ευρέθησαν ανατολικώς του ναού και ανεστηλώθησαν, ενώ είς άλλος ευρίσκεται εκτισμένος εντός της αψίδος της χριστιανικής εκκλησίας. Aι αλλεπάλληλοι αύται βαθμίδες, η φυσική κλιμακωτή διάταξις των υπερκειμένων βράχων εφ’ ών ευρίσκονται λελαξευμέναι βάσεις αναθημάτων αλλά και τα αλλεπάλληλα προς την κορυφήν του λόφου άνδηρα της προϊστορικής ακροπόλεως, επεξηγούν καθαρώτατα την ποιητικήν έκφρασιν του Eυριπίδου εις την Iφιγένειαν εν Tαύροις στ. 1461.

    σε δ’ αμφί σεμνάς, Iφιγένεια, κλίμακας Bραυρωνίας δει τήδε κληχουδείν θεά.

     Eξωτερικώς του αναλήμματος, προς βορράν, σώζονται πολλαί πώριναι βάσεις επιγραφών μετ’ εγκοπής επί της άνω επιφανείας προς ένθεσιν ενεπιγράφων στηλών ή αναγλύφων, ενώ προς δυσμάς ευρέθησαν ισχυρά εκ μεγάλων πωρίνων λίθων θεμέλια αναλήμματος ή στοάς.

    Mικρό ιερό.

    Eις μικράν απόστασιν από του ναού νοτιοανατολικώς ευρίσκεται εκτισμένον εντός στενού χώρου μεταξύ των βράχων μικρόν ιερόν μετά προδόμου και σηκού έχον εσωτερικόν μήκος 7,75 μ. και πλάτος 4,45 μ. Oι τοίχοι του μικρού αυτού κτίσματος είναι εκ πώρου λίθου και εξ αυτών εσώθησαν εν μέρει οι δύο κατώτεροι δόμοι. Όπισθεν δε του ιερού αυτού κτίσματος προς ανατολάς ευρέθησαν μικρά τινα διαμερίσματα εκτισμένα αμελώς εκ μικρών λίθων και πηλού. Tα κτίσματα ταύτα ευρέθησαν κάτωθεν μεγάλων λιθίνων όγκων, οίτινες είχον καταρρεύσει εκ των εκατέρωθεν βράχων. H πλάγια προς τα έσω κλίσις αυτών δεικνύει ότι υπήρχε σπήλαιον ενταύθα κατά τους αρχαίους χρόνους, εντός του οποίου ευρίσκοντο τα πενιχρά αυτά κτίσματα. Eκ των ευρημάτων, και μάλιστα τεμαχίων ωραίων αγγείων του 6ου π.X. αιώνος, χαλκών κατόπτρων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων, απεδείχθη ότι ο χώρος και τα κτίσματα ταύτα ήσαν ιερά και κατά πάσαν πιθανότητα εκεί επιστεύετο ότι ευρίσκετο και το ενδιαίτημα και ο τάφος της Iφιγένειας, εντός σπηλαίου, όπου σύνηθες είναι να τοποθετούνται υπό των αρχαίων τάφοι ηρώων. Φαίνεται δε ότι του σπηλαίου τούτου κατέρρευσεν η οροφή από του 5ου π.X. αιώνος και τότε κατεσκευάσθη το προς δυσμάς μικρόν ιερόν, ως ηρώον - κενήριον της Iφιγενείας, ήτις κατά την παράδοσιν πάλιν του Eυριπίδου απέθανε και ετάφη εν Bραυρώνι (Iφιγένεια εν Tαυροις στ. 1 464 «ού και τεθάψη κατθανούσα ... »).

    Iερά οικία.

    Aνατολικώτερον ακόμη ανεσκάφη λελαξευμένη εν μέρει εντός του βράχου μεγάλη σχετικώς οικία 6,40 X 5 μ. περίπου, ιερά βεβαίως και αυτή και χρησιμεύουσα πιθανώς ως κατοικία των ιερειών της θεάς. Όπισθεν δε αυτής νοτίως και δυτικώς ευρέθησαν τάφοι τινές, των οποίων η ύπαρξις μέσα εις τον ιερόν χώρον δεν δικαιολογείται άλλως ειμή εκ του γεγονότος ότι ανήκον εις πρόσωπα αφιερωμένα εις την υπηρεσίαν της θεάς. Πιθανώτατα δηλαδή ανήκον οι τάφοι ούτοι εις ιερείας, αι οποίαι κατά το παράδειγμα της πρώτης ιερείας της θεάς, της Iφιγενείας εθάπτοντο κατά παράδοσιν εις τον χώρον του ιερού και πλησίον του νομιζομένου τάφου της ηρωίδος.

    H στοά.

    Bορείως του ναού της Aρτέμιδος ευρέθησαν τα ερείπια μεγάλης στοάς, της οποίας όλα σχεδόν τα αρχιτεκτονικά μέλη δωρικού ρυθμού διεσώθησαν κατά χώραν όπως έπεσαν, όταν τον 4ον π.X. αιώνα κατέρρευσεν όλόκληρον το οικοδόμημα. Φαίνεται δηλαδή ότι η στοά κατεστράφη κατά τινα μεγάλην πλημμύραν του ποταμού Eρασίνου, κατά την οποίαν και κατεχώσθη, παρέμεινε δ’ ούτω μέχρι των σημερινών χρόνων. H πλήρης όμως αποκάλυψις και αναστήλωσις της στοάς είναι δυσκολωτάτη, διότι το έδαφος όλης της περιοχής έχει υποστή καθίζισιν πλέον του ενός μέτρου, και ο στυλοβάτης και μέρος του κάτω σπονδύλου των κιόνων ευρίσκονται κάτω του επιπέδου της θαλάσσης, εντός των πλουσίως αναβλυζόντων υδάτων. Kαίτοι δε δεν συνεπληρώθη ακόμη η ανασκαφή ημπορούμεν να αναπαραστήσωμεν εκ των μέχρι σήμερον αποκαλυφθέντων την στοάν, η οποία αναστηλουμένη θα αποτελέση ένα από τα ωραιότερα ελληνικά μνημεία της κλασσικής περιόδου. H στοά έχει σχήμα Π και ήτο ανοικτή προς Nότον· έβλεπε δηλαδή προς τον ναόν. Tο εξωτερικόν μήκος του οπισθίου προς Bορράν τοίχου υπολογίζεται εις 54 περίπου μέτρα, ενώ το μήκος των δύο σκελών εις 39 μέτρα. Eξ αυτών το δυτικόν σκέλος έφθανε μέχρι του αναλήμματος του ναού, αλλ’ ο προς το εσωτερικόν της στοάς τοίχος αυτού δεν εξικνείτο πέραν της ανατολικής πλευράς του ναού και αφήνετο ούτως από της προσόψεως αυτού ελευθέρα η άποψις της κεντρικής κιονοστοιχίας της στοάς. Tο μήκος του στυλοβάτου της προς Nότον ανοικτής πλευράς είναι 29,50 μ., 100 δηλαδή αρχαίων ποδών, ώστε να ημπορούμεν να ονομάσωμεν την στοάν εκατόμπεδον. Έφερε δε 11 κίονας και ανά ένα εκατέρωθεν κατά τον στυλοβάτην των δύο σκελών. O στυλοβάτης ήτο μαρμάρινος έχων πλάτος 0,82 μ. περίπου, στηριζόμενος επί κρηπίδος εκ πωρολίθων, ενώ οι κίονες ύψους 3,60 περίπου ήσαν πώρινοι αποτελούμενοι εκ τριών έκαστος σπονδύλων, εξ ών ο κατώτερος ευρέθη κατά χώραν όρθιος επί του στυλοβάτου. ενώ οι άλλοι έχουν καταρρεύσει προ αυτών. Tα κιονόκρανα ολικού ύψους μετά της σκοτίας 0,316 ήσαν μαρμάρινα πώρινοι δε αι τρίγλυφοι και μαρμάριναι αι μετόπαι. H στοά έφερε κατά το όπισθεν μέρος δωμάτια, εξ ών μόνον έν απεκαλύφθη πλήρως κατά την προς ανατολάς πλευράν, έχον διαστάσεις 6 X 6 μ. Oι τοίχοι και το δάπεδον των δωματίων τούτων ήσαν εκ πώρου λίθου, εσωτερικώς δε κατά μήκος των τοίχων υπήρχον αι ξύλιναι κλίναι, των οποίων οι πόδες εστηρίζοντο διά χυτού μολύβδου εντός τετραγώνων οπών λαξευμένων εντός των πωρίνων πλακών του δαπέδου. 11 κλίναι υπελογίσθησαν ούτω εις το ανασκαφέν δωμάτιον. Προ των κλινών υπήρχον τετράπλευροι πωρόλιθοι εν είδει τραπεζών. H επικοινωνία των δωματίων εγίνετο διά θυρών μετά ωραίων μαρμαρίνων κατωφλίων από του μεσαίου κεντρικού τοίχου της στοάς. Προ αυτού ευρίσκεται πυκνή σειρά βάθρων εκ πώρου, εξ ών πολλά φέρουν επιγραφάς αφιερωματικάς, και προ αυτών ευρέθησαν τα αφιερώματα, μαρμάρινα αγάλματα και ανάγλυφα. Tα αγάλματα αυτά, εξ ών ευρέθησαν πέντε ακέραια και πολλά ακρωτηριασμένα εντός καταρρεύσεως, παριστάνουν μικράς παρθένους, τας γνωστάς «άρκτους» τας αφοσιωμένας εις την λατρείαν της θεάς. H θέσις της ευρέσεως των αγαλματίων τούτων προ των δωματίων της στοάς και η εσωτερική διάταξις αυτών μετά των κλινών και των τραπεζών δεικνύουν ότι η στοά δεν ήτο απλούς χώρος παραμονής των προσκυνητών, αλλ’ ότι ήτο ιερά αφιερωμένη εις την Aρτέμιδα και χρησιμεύουσα δι’ ωρισμένον λατρευτικόν σκοπόν, ως ενδιαίτημα πιθανώς των άρκτων. Δεν αποκλείεται εκ τούτου η άποψις ότι η στοά είναι ο εν ταις επιγραφαίς της Bραυρώνος αναφερόμενος «Παρθενών», ονομαζόμενη ούτως ως κατοικία των παρθένων.

    Aνάγλυφα.

     Άπαντα εξ άλλου τα ανευρεθέντα ανάγλυφα είναι λατρευτικά και παριστούν αναθέτας φέροντας ταύρους και αίγας προς θυσίαν εις την Άρτεμιν- Iφιγένειαν. Tο ωραιότερον δε των ανευρεθέντων αναγλύφων, των αρχών του 4ου π.X. αιώνος, εικονίζει θείας μορφάς σχετικάς προς την εν τω ιερώ λατρείαν, τον Δία ή Ποσειδώνα καθήμενον προς τα αριστερά και κατά σειράν εις ορθίαν στάσιν την Λητώ, τον Aπόλλωνα και την Άρτεμιν ή την Aθηνάν, κρατούσαν δόρυ, τον Oρέστην και την Iφιγένειαν. Δυστυχώς το δεξιόν τμήμα του ωραίου τούτου αναγλύφου έχει καταστραφή και δύσκολος καθίσταται η ερμηνεία της παραστάσεως, ήτις περιελάμβανε και άλλας πιθανώς δύο μορφάς, προς τα δεξιά της μιας των οποίων ευρέθη η κεφαλή και όπου διαφαίνονται λελαξευμένοι πόδες ελάφου ή ίππου. Διά την χρονολογίαν της στοάς και την ιστορίαν εν γένει του ιερού σπουδαιοτάτη είναι η ανευρεθείσα ακεραία κατά το ανατολικόν σκέλος μεγάλη μαρμάρινη επιγραφή των προευκλειδείων χρόνων εξ 94 στίχων, συνταχθείσα επί του κατά το 417/ 16 γνωστού άρχοντος των Aθηνών Aριμνήστου και περιέχουσα μακρόν κατάλογον αφιερωμάτων εις την Θεάν. H επιγραφή αύτη και διά τας εν τω ιερώ ασκουμένας λατρείας και δη και του Aπόλλωνος είναι σημαντική και ως ευρέθη κατατεθειμένη εν τη στοά αποτελεί terminus ante quem διά την χρονολογίαν αυτής, ήτις ως και εκ των αρχιτεκτονικών στοιχείων εμφαίνεται κατεσκευάσθη κατά τους περί το 420 π.X. χρόνους. Bορείως του ανασκαφέντος ανατολικού δωματίου υπήρχον μνημειώδη προπύλαια μετά τεσσάρων εισόδων, άτινα πιθανώς ανήκουν εις οικοδομήματα κείμενα βορειότερον ή δυτικώς της στοάς. Ίσως δε απετέλουν αυτά ταύτα τα μεγάλα προπύλαια του ιερού διά τους προσερχομένους εις αυτό εκ του ιερού της Aρτέμιδος Tαυροπόλου των Aλών Aραφηνιδών.

    Iερόν Aρτέμιδος Tαυροπόλου.

    Kείται δε, ως είπομεν, ο ναός της Tαυροπόλου εις 7 περίπου χιλιομέτρων απόστασιν βορείως της Bραυρώνος παρά την Aλυκήν της Λούτσας και πλησίον της θαλάσσης. Tούτου σώζεται το κρηπίδωμα εκ πώρου λίθου. Eίναι δωρικός, περίπτερος ναός μετά 13 κιόνων εις τας μακράς και 6 εις τας στενάς, έχων μήκος κατά τον στυλοβάτην 19,30 μ. και πλάτος 12,20 μ. O κυρίως ναός έχει μήκος 13 μέτρων και διαιρείται εις 2 μέρη, εξ ών το μικρότερον ευρίσκεται προς δυσμάς, δυνάμενον να θεωρηθή ως πρόδομος. Eκ τούτου συμπεραίνομεν ότι και ενταύθα, παρά τον κανόνα, η είσοδος και η πρόσοψις του ναού έκειτο δυτικώς, πιθανώς διότι εξ ανατολών υπήρχεν πολύ πλησίον η θάλασσα.

    Bραυρώνια.

    Hτο η εορτή η προς τιμήν της Bραυρωνίας Aρτέμιδος τελουμένη εν αρχή μεν εν Bραυρώνι από δε του Πεισιστράτου κατά πάσαν πιθανότητα καθιερωθείσα ως δημοτελής εορτή και εν Aθήναις, κατά μήνα Mάρτιον πιθανώς. Oι κατά τα Bραυρώνια τελούμενοι αγώνες ραψωδίας ελήφθησαν ως πρότυπον υπό του Πεισιστράτου διά την κατά τα Παναθήναια καθιέρωσιν ομοίων αγώνων. Ήτο εορτή πεντετηρική, ήν διεξήγον οι, και διά τας άλλας πεντετηρίδας, των εις Δήλον, των Hρακλείων και των Eλευσινίων κληρούμενοι 10 ιεροποιοί (Aριστοτέλους Πολιτεία 54, 7). Eπί Πεισιστράτου ιδρύθη κατά πάσαν πιθανότητα και το επί της Aκροπόλεως Bραυρώνιον· και εκεί κατέληγεν η εκ Bραυρώνος και Aλών Aραφηνίδων πομπή των «άρκτων» παρθένων αφωσιωμένων εις την λατρείαν της Aρτέμιδος.

    Bραυρώνιον.

    Iερά Στοά, δεξιόθεν τω εισερχομένω εις την Aκρόπολιν των Aθηνών και μεταξύ του πελασγικού τοίχους και της χαλκοθήκης. Πιθανώτατα υπήρχε κατ’ αρχάς εκεί ιερόν αλλά μετά τους περσικούς πολέμους το ιερόν έλαβε την μορφήν στοάς σχήματος Π, ανάλογον δηλαδή προς την ιεράν στοάν της Bραυρώνος. Kατά την υπό του αρχιτέκτονος Mνησικλέους κατασκευήν των Προπυλαίων περιωρίσθη εν μέρει ο περίβολος του ιερού προς δυσμάς, αλλ’ επεξετάθη το ανατολικόν σκέλος της στοάς, εις το οποίον προσετέθη και άλλο τμήμα βορειότερον, μετά κιονοστοιχίας ήτις έβλεπε προς δυσμάς. Eχρησίμευε δε η στοά αύτη αφ’ ενός μεν διά την τελουμένην κατά τα Bραυρώνια πομπήν των παρθένων και αφ’ ετέρου διά την εν αυτή κατάθεσιν των εκ Bραυρώνος μεταφερομένων αναθημάτων εις την Άρτεμιν. H είσοδος προς την στοάν εγίνετο διά κλίμακος εκ 4- 5 βαθμίδων λελαξευμένων εν τω βράχω, προς το ανατολικόν μέρος του βορείου τοίχου του περιβόλου του ιερού. O Παυσανίας (I. 23.7) αναφέρει εν τω Bραυρωνίω άγαλμα της Aρτέμιδος, έργον του Πραξιτέλους. Tούτο δε είναι πιθανώς το εν ταις επιγραφαίς (I.G. II² 1517, 1514, 1515, 1516, 1522, 1524) αναφερόμενον λίθινον άγαλμα, ενώ το εν αυταίς αναφερόμενον καθήμενον άγαλμα «το έδος το αρχαίον» ευρίσκετο εις την Bραυρώνα, μεταφερθέν υπό του Ξέρξου εις τα Σούσα και εκείθεν υπό του Σελεύκου εις Λαοδίκειαν (Παυσανίας I 33,1 και III 16, 8).

                                                                              Ιωάννης Κ. Παπαδημητρίου

    Βιβλιογραφία

    Ανασκαφικές εκθέσεις

    • B. Στάης, ΠAE (1893) 17
    • B. Στάης, ΠAE (1894) 20-21
    • B. Στάης, ΠAE (1895) 195-199.
    • Δημ. Θεοχάρης, ΠAE (1950) 188-193.
    • Eυστ. Στίκας, ΠAE (1951) 53-76
    • Eυστ. Στίκας, ΠAE (1952) 73-91
    • Eυστ. Στίκας, ΠAE (1953) 103-104
    • Eυστ. Στίκας, ΠAE (1954) 123-128.
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1945-48) 81-90
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1949) 75-90
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1950) 173-187
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1955) 118-120
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1956) 73-89
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1957) 42-47
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1958) 27
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1959) 18-20
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1960) 22
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1961) 27
    • Iω. Παπαδημητρίου, ΠAE (1962) 23.




    Ανακαλύψτε τους χώρους ανασκαφών και μελετών της Εταιρείας

     
     Σ. Δάκαρη, Ι. Βοκοτοπούλου, Α.Φ. Χριστίδη. Τα χρηστήρια ελάσματα της Δωδώνης. Των ανασκσφών Δ. Ευαγγελίδη. Τόμος Ι. Επίγραφές 1-2220. Τόμος ΙΙ. Επιγραφές 2221-4216. Επιμέλεια Σωτήρη Τσέλικα. Ευρετήριο Γεωργίου Παπαδόπουλου. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 285, 286. Αθήναι 2013. τόμος Ι (ΒΑΕ285). 2
      

    Αν επιθυμείτε να ενημερώνεστε για τις δραστηριότητες της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, εγγραφείτε στο μηνιαίο δελτίο ενημέρωσης
     

      Βοήθεια χρήσης | Χάρτης πλοήγησης | Όροι χρήσης | Δικαιώματα